Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Ο Πλούταρχος και το Ταξίδι από τη Σελήνη στη Γη.



«Ολόκληρη γύρω γύρω λάμπει με φωτιά, 
Πιο γαλανό από πέτρα κυανή
Φαίνεται μιας κόρης το μάτι και το υγρό της μέτωπο·
Κοιτάζοντάς τη μοιάζει με πρόσωπο.»
Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, 920e



Ένα από τα όχι και τόσο γνωστά έργα του Πλουτάρχου είναι το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, δηλ. σε  ελεύθερη μετάφραση Σχετικά με το πρόσωπο που φαίνεται στην σφαίρα της Σελήνης. Αν και το κείμενο που είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου δεν σώζεται ολόκληρο σήμερα, πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα έργα που συγκεντρώνει τις ερμηνείες και τις απόψεις σχετικά με τη Σελήνη, όπως αυτές έγιναν αντιληπτές μέσω παρατηρήσεων από τους σύγχρονους της εποχής του Πλουτάρχου. Η πραγματεία, λοιπόν, αυτή σε μορφή διαλόγου επηρέασε σε σημαντικό βαθμό όπως φάνηκε αργότερα και τον αστρονόμο Κέπλερ. Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι οι αστρονόμοι έχουν ονομάσει δώσει το όνομα του Πλουτάρχου σε έναν από τους κρατήρες της Σελήνης παραπέμποντας και τιμώντας με αυτόν τον τρόπο το συγκεκριμένο έργο του.

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, ή εν συντομία Περί του Προσώπου της Σελήνης είναι ένας πολύπλευρος διάλογος πάνω σε θέματα  που αφορούν την αστρονομία, κοσμολογία, γεωγραφία και γενικότερης οπτικής του πώς λειτουργεί το σύμπαν. Σημαντικό κομμάτι του διαλόγου  είναι ο μύθος για το ρόλο της Σελήνης στον κύκλο ζωής των ψυχών, ένα θέμα με το οποίο έχω ασχοληθεί σε παλαιότερο άρθρο μου και στο οποίο αποδεικνύεται ότι ο ρόλος της Σελήνης φαίνεται να ήταν καίριος για τους ανθρώπους στην αρχαιότητα. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιαστούν πώς προσσεγγίστηκε από τον Πλούταρχο η ερώτηση του  κατά πόσο μπορεί η Σελήνη να κατοικηθεί μέσα από την παράθεση πολύ ενδιαφέροντων τελεολογικών και περιβαντολογικών θεωριών. 

Αρχικά, αυτό που προσπαθούν να επιλύσουν οι συνομιλητές δεν είναι τόσο αν όντως υπάρχουν όντα στη Σελήνη, αλλά κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Σε ένα άλλο έργο του, το «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις φυσικών δογμάτων» ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η απόψη πως υπάρχουν όντα στη Σελήνη αποδίδεται στους Πυθαγορίους, ενώ ο Διογένης ο Λαέρτιος την αποδίδει στον Αναξαγόρα (Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις, 892a: «Οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ´ ἡμῖν γῆν μείζοσι ζῴοις καὶ φυτοῖς καλλίοσιν· εἶναι γὰρ πεντεκαιδεκαπλασίονα τὰ ἐπ´ αὐτῆς ζῷα τῇ δυνάμει μηδὲν περιττωματικὸν ἀποκρίνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν τοσαύτην τῷ μήκει.»
Μτφρ: «Οι Πυθαγόριοι υποστηρίζουν ότι η Σελήνη φαίνεται να είναι γήινη για το λόγο ότι κατοικείται όπως και η Γη μας. Και πάνω σε αυτήν υπάρχουν ζώα μεγαλύτερα σε μέγεθος και φυτά εξαιρετικής ομορφιάς από αυτά που μπορεί να φιλοξενήσει ο πλανήτης μας. Επίσης δεν αφήνουν πίσω τους περιττώματα και εκεί οι μέρες διαρκούν δεκαπέντε φορές περισσότερο.»)


Αυτός που προσεγγίζει, όμως, πρώτος την πιθανότητα ύπαρξης ζωής στη Σελήνη είναι ο Θέων βασιζόμενος σε ένα τελεολογικό επιχείρημα που είχε διατυπωθεί νωρίτερα, ότι δηλαδή η Σελήνη είναι σαν την Γη. Αναφέρει, λοιπόν:
«Αν δεν είναι δυνατή [η ύπαρξη ζωής στη Σελήνη], τότε είναι παράλογο και το να είναι στη Γη, διότι θα φανεί τότε πως δεν έχει γίνει για κανένα σκοπό αλλά μάταια, εφόσον ούτε καρπούς βγάζει ούτε προσφέρει σε ανθρώπους κάποιου είδους έδρα, γέννηση και τρόπους επιβίωσης, πράγματα που λέμε πως έχει γίνει και τούτη εδώ (Γη)...» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 937d-e)

Ο λόγος του Θέωνα επικεντρώνεται στο να δυσφημίσει κατά κάποιον τρόπο ότι μπορεί να υπάρξει κατοίκηση στη Σελήνη και καταθέτει για αυτό μία σειρά περιβαντολλογικών θα λέγαμε εμποδίων που καθιστούν κάθε μορφή ζωής εκεί αδύνατη. Το λόγο παίρνει κατόπιν ο Λαμπρίας, ο οποίος διαφωνεί με την άποψη ότι η Σελήνη δεν έχει κανένα απολύτως ρόλο επειδή και μόνο δεν μπορούν να ζήσουν πάνω της άνθρωποι. Άλλωστε, υπάρχουν, υποστηρίζει πολλά μέρη πάνω στη Γη που δεν είναι κατοικήσιμα: «Πρώτα απ’όλα, λοιπόν, δεν είναι αναγκαίο, αν δεν κατοικούν άνθρωποι στη Σελήνη, αυτή να έχει γίνει μάταια και χωρίς λόγο. Πράγματι, ούτε τούτη εδώ τη Γη βλέπουμε να παράγει ή να κατοικείται σε όλη της την έκταση, αλλά μικρό της μέρος, σαν να ήταν κορυφές ή χερσόνησοι που αναδύονται από το βυθό, είναι γόνιμη σε ζώα και φυτά, ενώ από τα υπόλοιπα άλλα είναι έρημα και άκαρπα λόγω της κακοκαιρίας και του καύσωνα, ενώ τα περισσότερα έχουν βυθιστεί στη μεγάλη θάλασσα ... Κάθε άλλο, όμως, παρά μάταια έχουν γίνει αυτά, διότι και απαλές αναθυμιάσεις βγάζει η θάλασσα και τους πιο ευχάριστους ανέμους, όταν το καλοκαίρι είναι στην ακμή του, από την ακατοίκητη και παγωμένη περιοχή ελευθερώνουν και σκορπίζουν τα χιόνια, καθώς λιώνουν σιγά σιγά...» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 938d-e). 

Με τον ίδιο τρόπο, μία Σελήνη άγονη από κάθε ίχνος ζωής μπορεί ακόμα να εκτελεί «χρήσιμες» λειτουργίες, όπως  να απορροφά τις αναθυμιάσεις της Γης και να μετριάζει τον υπερβολικό καύσο και τη δριμύτητα του ήλιου.  Ο Λαμπρίας συνεχίζει λέγοντας ότι τίποτα δεν έχει ειπωθεί που να αποδεικνύει ότι η κατοίκηση στη Σελήνη είναι απίθανη και υποστηρίζει στον μονόλογό του ότι  αυτή κατοικείται από ζωντανά όντα, που είναι όμως ανώτερα σε ιεραρχία από τους γήινους θνητούς. 
"Μπορεί η κίνησή της να μη θυμίζει αυτή της Γης, αλλά δεν είναι όμως ακανόνιστη ή μη σταθερή, εφόσον οι αστρονόμοι έχουν αποδείξει το αντίθετο. Μία ανάλογη ισορροπία φέρνει την ηρεμία στις μεγάλες διαφορές της θερμοκρασίας, ενώ η λεπτή και διάφανη ατμόσφαιρά της διαχέει το φως του ήλιου", αναφέρει ο Λαμπρίας. Στην συνέχεια υποστηρίζει ότι και στη Γη υπάρχουν φυτά που αντέχουν σε ακραίες καιρικές συνθήκες και επιβιώνουν είτε με ελάχιστο νερό, είτε με ξηρασία είτε με χιονιά και παρόλο αυτά προσαρμόζονται άψογα. Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσω του Λαμπρία απαριθμεί μία λίστα τέτοιων φυτών στη Γη και θέτει την εξής ερώτηση στους συνομιλητές του: «γιατί να μην υπάρχουν και ανάλογα τέτοια φυτά στη Σελήνη που να προσαρμόζονται στις συνθήκες που επικρατούν εκει;»  Με λίγα λόγια:


«Εκείνοι πάλι που θεωρούν τη Σελήνη σώμα πυρωμένο και φλογισμένο κάνουν λάθος, αλλά κι αυτοί, που απαιτούν τα εκεί ζωντανά πλάσματα να διαθέτουν όσα ακριβώς (όργανα) διαθέτουν και τα εδώ για τη γένεση, την τροφή και την επιβίωση, μοιάζουν να μην έχουν ιδέα από τις ανωμαλίες τις σχετικές με τη φύση, στις οποίες μπορεί κανείς να ανακαλύψει μεγαλύτερες και περισσότερες διαφορές και ανομοιότητες των ζωντανών πλασμάτων μεταξύ τους παρά με τα μη ζωντανά πλάσματα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940b).
Και συνεχίζει ο Λαμπρίας μετά τις παρατηρήσεις του για το περιβάλλον και για ίδιους τους ανθρώπους που κατοικούν στη Σελήνη, οι οποίοι μπορεί να μην χρειάζονται τόσο τροφή όσο εμείς στη Γη για να επιβιώσουν. Ετσι, αντίστοιχα, το περιβάλλον της Σελήνης ενδέχεται να είναι το κατάλληλο για αυτούς με τον ίδιο τρόπο  που ένας φαινομενικά για τον άνθρωπο αφιλόξενος ωκεανός μπορεί να υποστηρίξει κάποια μορφή ζωής διαφορετική από την ανθρώπινη. Οι άνθρωποι της Σελήνης, λοιπόν...

«θα απορούσαν πολύ περισσότερο με τη Γη, βλέποντάς τη, σαν κατακάθι και λάσπη του σύμπαντος [ὑποστάθμην καὶ ἰλὺν τοῦ παντὸς], να αχνοφαίνεται μέσα από τα υγρά, ομίχλες και νέφη, τόπος χωρίς φως, χαμηλός και ακίνητος, αν γεννάει και τρέφει ζωντανά πλάσματα, που έχουν μερίδιο στην κίνηση, την αναπνοή και τη θερμότητα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940e)
Είναι πάρα πολύ σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του ο Λαμπρίας, η οποία βασίζεται στο μοτίβο της ανεστραμμένης προοπτικής βάζοντας κατά κάποιο τρόπο τους συνομιλητές του, αλλά και τον αναγνώστη του σε μία έξω από την οικεία ανθρώπινη κατάσταση/ θέση παρατήρησης. Υπό αυτήν την ανεστραμμένη προοπτική των όντων που κατοικούν στην Σελήνη—όπου τα γήινα όντα δεν είναι το σημείο αναφοράς/παρατήρησης—η ίδια η Σελήνη είναι η «πραγματική Γη», η οποία καταλαμβάνει τη μέση θέση μεταξύ του οίκου των θεών και του ό,τι είναι ο «Κάτω Κόσμος» για αυτούς. (δηλ. στην κορυφή οι θεοί, στη μέση η Σελήνη-Γη και στο τέλος ο Κάτω Κόσμος). 
Αυτή, η κατά κάποιου είδους προειδοποίηση προς τους αναγνώστες και τους συνομιλητές του, δηλαδή να μην υιοθετούν και να επιβάλλουν το μοντέλο ζωής της Γης σαν εκείνη τη νόρμα/φόρμουλα/θεώρηση βάσει της οποίας θα πρέπει να αντιλαμβάνονται και να προβλέπουν τη ζωή στο σύμπαν, διαφημίζει θα λέγαμε μία διαφορετική εξω-κοσμική προοπτική του γνωστού μας ανθρωπίνου κόσμου, και αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα σαν το δομικό υλικό της ίδιας της ζωής. Σύμφωνα με τον Λαμπρία, η άποψη που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζωή στη Σελήνη ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση στέκεται εμπόδιο στο να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι υψηλότερες μορφές ζωής από τη δική του είναι πολύ πιθανόν να υπάρχουν στο σύμπαν.

Σε αυτό το σημείο τελειώνει και το δεύτερο μέρος του διαλόγου, αλλά θα ήταν άδικο να μην κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις με αφορμή όλες αυτές τις περιβαντολλογικές γνώσεις που παρατίθενται από τον Πλούταρχο σχετικά με τη διαφορετικότητα των περιοχών πάνω στη γη, των ζώων και των φυτών. 
Ο Πλούταρχος ακούγεται σαν να μας προειδοποιεί ότι τα διάφορα περιβάλλοντα μπορεί να φαίνονται φαινομενικά αφιλόξενα για τον άνθρωπο, αλλά υπό μία μη τελεολογική θεώρηση δεν πρέπει απαραίτητα όλα να έχουν έναν ολοκληρωτικό ή άμεσα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα-σκοπό. Για παράδειγμα, υπάρχει ζωή στους ωκεανούς και τις ερήμους που από μόνη της έχει τη δική της αξία και χαρακτήρα παρόλο που για τον άνθρωπο η σημασία της μπορεί να είναι φαινομενικά απόμακρη. 

Υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς στην αρχαιότητα, όπως ο Λουκρήτιος που παρουσιάζουν μία σειρά παραδειγμάτων τα οποία αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν  υπάρχει ή υπήρχε ένας Δημιουργός, τότε σίγουρα δεν δημιούργησε τα πάντα για τον άνθρωπο για να βολεύουν και να εξυπηρετούν αυτόν ή ακόμα ότι και η Γη δεν δημιουργήθηκε για τον ίδιο τον άνθρωπο. 
Η Γη, υποστηρίζει, δεν είναι τέλεια: μεγάλες περιοχές της δεν είναι προσβάσιμες στον άνθρωπο και δεν είναι μυστικό ότι πολλά από τα ζώα που κατοικούν πανω της προσαρμόζονται πολύ καλύτερα στη φύση από ό,τι εκείνος. Αν και η ζωή μπορεί να βρεθεί ακόμα και στις πιο αφιλόξενες περιοχές, ο Πλούταρχος σε αυτό το κομμάτι καταλήγει ότι ακόμα και αυτές παίζουν το ρόλο τους στη λειτουργία του όλου. Αναδεικνύοντας αυτές τις αλληλεπιδράσεις μέσα σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον απορρίπτει την ιδέα ότι η προοπτική κατοίκησης είναι αυτή που καθιστά ένα μέρος χρήσιμο, είτε πρόκειται για τη Γη είτε για τη Σελήνη. 

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο Πλούταρχος θέτει προβληματισμούς σύγχρονους σε εμάς, μιας και η τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος είναι ακόμα εξέχουσα σε αρκετές σχολές σκέψεις που αφορούν τις φυσικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, την αστρολογία και γενικότερα όσες ασχολούνται με τον άνθρωπο και τη θέση του στο σύμπαν. Παραμένει ακόμα και σήμερα θέμα προς συζήτηση κατά πόσο ή όχι μία τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος μπορεί να είναι λειτουργική με την μηχανιστική επεξηγηματική συμπεριφορά των επιμέρους μερών του και κατά πόσο μία καθαρά μηχανιστική επεξήγηση των φαινομένων είναι πιθανή. Ο Πλούταρχος τουλάχιστον στο έργο του αυτό βρήκε την αφορμή να υποδείξει ότι η αιτιότητα και η αιτία δεν είναι συνώνυμες, και ότι η επεξήγηση ενός γεγονότος παραθέτοντας τις αιτίες του δεν εξαλείφει την ανάγκη κάποιου να κατανοήσει και την σημασία του. 

Βιβλιογραφία:
  • Πλούταρχος, Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης (εκδόσεις Κάκτος). 
  • P. Coones, “The Geographical Significance of Plutarch's Dialogue, concerning the Face Which Appears in the Orb of the Moon,” Transactions of the Institute of British Geographers New Series 8.3 (1983), 361-372 . 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου